Add Your Heading Text Here

Search
Close this search box.

ΑΡΣΙΣ – Σχόλια επί της ηλεκτρονικής δημόσιας διαβούλευσης για την «Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ασυνόδευτων Ανηλίκων»

julie ricard MX0erXb3Mms unsplash Low
Photo by Julie Ricard on Unsplash

Αναρτήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 2022 το υπό ηλεκτρονική διαβούλευση κείμενο για την “Εθνική Στρατηγική για την Προστασία των Ασυνόδευτων Ανηλίκων”. 

Καταρχάς, χαιρετίζουμε την προσπάθεια που έχει εκπονηθεί από την Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου. Η συγκεκριμένη πρόταση καλύπτει χρονική περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, γεγονός που καθιστά την επιτυχή ανταπόκρισή της στις υφιστάμενες και μελλοντικές ανάγκες ακόμα πιο απαραίτητη. 

Η θέση ότι η προτεινόμενη στρατηγική αποτελεί ένα “βαθιά πολιτικό κείμενο” ανταποκρίνεται απόλυτα στην πολιτική και την δράση της Άρσις: 

στο πεδίο της παιδικής προστασίας δοκιμάζονται οι αρχές που διέπουν τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη, οι πολιτικές της κοινωνικής αλληλεγγύης και της διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Η διασφάλιση της παροχής ολοκληρωμένης προστασίας και προώθησης των δικαιωμάτων των παιδιών, η αναζήτηση και υλοποίηση βιώσιμων λύσεων για κάθε ασυνόδευτο ανήλικο, η πρόληψη και αποτελεσματική προστασία από κάθε μορφή βίας, εκμετάλλευσης και κακοποίησης, καθώς και ο εκσυγχρονισμός του συστήματος συλλογής και επεξεργασίας δεδομένων για τους ασυνόδευτους ανηλίκους και τις δομές φιλοξενίας αποτελούν εξίσου βασικούς πυλώνες της αποστολής και της λειτουργίας της Οργάνωσής μας. 

Στο επίκεντρο των ανωτέρω αρχών – πρέπει να – βρίσκεται πάντοτε το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.

Ακολουθούν σχόλια σε συγκεκριμένα σημεία του υπό διαβούλευση κειμένου:

Στρατηγικοί Πυλώνες δράσης – Αρχές:

Μελετώντας την υπό διαβούλευση εθνική στρατηγική παρατηρούμε ότι ορθά τίθεται στο επίκεντρο ως βασική αρχή το γεγονός ότι “κανένας ανήλικος δεν μπορεί να κρατηθεί διοικητικά, εκτός εάν αυτό προβλέπεται από τον νόμο, για το ελάχιστο χρονικό διάστημα, με σεβασμό στην ανηλικότητα, στην αρχή της αναλογικότητας, τα δικαιώματα του παιδιού και το βέλτιστο συμφέρον του και τηρώντας όλες τις θεσμικές εγγυήσεις”. Η θέση της Οργάνωσής μας είναι ότι η διοικητική κράτηση δεν είναι σύμφωνη με την προάσπιση των δικαιωμάτων του παιδιού. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει πρώτα να εξετάζονται όλα τα εναλλακτικά μέτρα της διοικητικής κράτησης, η οποία όταν εφαρμόζεται, θα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά.

Χρηματοδοτικά προγράμματα

Οι χώροι φιλοξενίας και δράσεων των ασυνόδευτων ανηλίκων αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε λειτουργικά έξοδα ή άλλες ανάγκες λόγω της έλλειψης κονδυλίων. Ως αποτέλεσμα αναστέλλουν τη λειτουργία τους ή κλείνουν οριστικά. Κρίνεται, λοιπόν, αναγκαία η διασφάλιση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων και με την συνδρομή της Πολιτείας παράλληλα με την έκδοση σαφών οδηγιών για την χρηματοδότηση των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.

Έννοιες και Ορισμοί

Ως κατάλληλος όρος για τα “separated minors” στα Ελληνικά προτείνεται το «αποχωρισμένος». «Αποχωρισμένος από την οικογένεια του ανήλικος» ή «αποχωρισμένος ανήλικος» είναι το πρόσωπο κάτω των 18 ετών που στερείται γονικής μέριμνας, αλλά συνοδεύεται από ενήλικο συγγενή που στην πράξη τον φροντίζει (άρθρο 41 περ. θ του ν. 4636/2019). Στις περισσότερες περιπτώσεις στη συνέχεια του εγγράφου, ο όρος «ασυνόδευτος» χρησιμοποιείται για να περιλαμβάνει τόσο ασυνόδευτους ανηλίκους όσο και ανηλίκους που έχουν αποχωριστεί από την οικογένειά τους. Όποτε απαιτείται διαφοροποίηση, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος «αποχωρισμένος», ο οποίος ανταποκρίνεται καλύτερα εννοιολογικά στην κατηγορία αυτών των παιδιών.

Πυλώνας 1: Διασφάλιση της παροχής ολοκληρωμένης προστασίας και προώθηση των δικαιωμάτων των παιδιών 

Πρώτη υποδοχή 

Ορθά στην σελίδα 13 του σχετικού κειμένου περιγράφεται η υφιστάμενη κατάσταση. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι όχι μόνο “Οι ανήλικοι που εισέρχονται στην Ελλάδα χωρίς τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τη μετανάστευση”, αλλά και, συχνά, ο εντοπισμός τους συνοδεύεται από την άσκηση ποινικής δίωξης για παράνομη είσοδο σύμφωνα με τον Ν.3386/2005. Την παραπάνω δυσμενή νομική ενέργεια δεν αντιλαμβάνονται οι ανήλικοι, ενώ πολλές φορές δεν γνωρίζουν καν ότι εκκρεμεί σε βάρος τους με αποτέλεσμα ακόμα και να καταδικάζονται ερήμην τους. Η κίνηση ποινικής δίωξης και η επιβολή ακόμα και αναμορφωτικού / θεραπευτικού μέτρου  κωλύει την διαδικασία οικογενειακής επανένωσης ή μετεγκατάστασης. 

Αυτή η πρακτική θα πρέπει ρητά να σταματήσει: αφενός υπάρχει νομικά η δυνατότητα για αποχή από την άσκηση ποινική δίωξη σε αυτές τις περιπτώσεις και αφετέρου προτείνεται να τίθεται η συγκεκριμένη ποινική δίωξη στο αρχείο σύμφωνα με το άρ. 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, αμέσως μετά την ταυτοποίηση του ανηλίκου και την εγγραφή του στο σχετικό μητρώο της Ειδικής Γραμματείας Ασυνόδευτων Ανηλίκων.

Περαιτέρω, αναφέρεται ότι “Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται για τον εντοπισμό των μελών της οικογένειας του ανηλίκου, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ασφάλειά του/της, ωστόσο ο ανωτέρω εντοπισμός δεν γίνεται με συστηματοποιημένο τρόπο και ο χρόνος έναρξης της διαδικασίας συχνά ποικίλλει”. Η μεθοδολογία και τα μέσα που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα για τον εντοπισμό της οικογένειας του ανηλίκου δεν είναι συγκεκριμένα και οριοθετημένα, ενώ επίσης δεν υπάρχει κάποια μέριμνα ή νομοθετική πρόβλεψη για τη συμμετοχή του ανηλίκου στη διαδικασία εντοπισμού κατά τρόπο μάλιστα που θα διασφαλίζεται η ασφάλεια του και δε θα διαταράσσεται η  ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση. Περαιτέρω, η διαδικασία εντοπισμού της οικογένειας έχει ως στόχο την επανένωση του ανηλίκου με το μέλος ή τα μέλη της οικογένειας του, γεγονός που καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερές και χρονοβόρο όταν το οικογενειακό μέλος εντοπίζεται σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος. 

Επιτροπεία και εκπροσώπηση ανηλίκων 

Στην 12η σελίδα και υπό τον τίτλο “Έννοιες και Ορισμοί” αναφέρεται ότι “… «επίτροπος» με βάση και την επικείμενη νέα νομοθεσία είναι ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή διεθνούς οργανισμού στην Ελλάδα, ο οποίος στη συνέχεια εξουσιοδοτεί φυσικό πρόσωπο – επαγγελματία να εκτελέσει τα καθήκοντα του επιτρόπου («εντεταλμένος επιτροπείας»).” 

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή διεθνούς οργανισμού στην Ελλάδα, ο οποίος σύμφωνα και με τις διατάξεις του Ν. 4636/19, όπως ισχύει, είναι δυνατόν να οριστεί και ως εκπρόσωπος του ανηλίκου (βλ. και τον ορισμό του εκπροσώπου στο ίδιο το κείμενο της Εθνικής Στρατηγικής αμέσως παρακάτω), δεν είναι δυνατόν να έχει τον θεσμικό ρόλο του Επιτρόπου. Είναι δεδομένο ότι πολλά από τα αναφερόμενα νομικά πρόσωπα αναλαμβάνουν την φροντίδα δεκάδων, αν όχι εκατοντάδων, ασυνόδευτων ανηλίκων. Ως εκ τούτου πιστεύουμε ότι η ένταξη των παραπάνω προσώπων στην έννοια του Επιτρόπου αφενός δεν συνάδει με την θέση τους και αφετέρου δεν είναι αντικειμενικά εφικτή η ανταπόκρισή τους στο ρόλο του Επιτρόπου.

Στην επόμενη σελίδα του υπό συζήτηση κειμένου περιγράφεται ο θεσμός της Επιτροπείας με την σημείωση ότι, συχνά, “ελλείψει κατάλληλου φυσικού προσώπου η επιτροπεία μπορεί να ανατίθεται σε κατάλληλο ίδρυμα ή σωματείο ή σε αρμόδια κοινωνική υπηρεσία”. Ομοίως, στην σελίδα 15 ότι “ο Εισαγγελέας είναι περαιτέρω υπεύθυνος από τον νόμο να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τον διορισμό μόνιμου επιτρόπου για ασυνόδευτους ανηλίκους και, ως εκ τούτου, μπορεί να διορίσει φυσικό πρόσωπο ή νομική οντότητα για την άσκηση ενεργειών επιτροπείας για τη συγκεκριμένη περίπτωση”. 

Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαίο η παραπάνω ανάθεση να γίνεται βάσει ενός καταλόγου που θα περιλαμβάνει τα ιδρύματα, σωματεία ή κοινωνικές υπηρεσίες, τα οποία αποδέχονται και είναι σε θέση να αναλάβουν την Επιτροπεία. Έχει παρατηρηθεί να γίνεται ανάθεση επιτροπείας σε φορείς, οι οποίοι δεν έχουν τέτοιο καταστατικό σκοπό ή δεν έχουν την σχετική δυνατότητα. Πολλές φορές δε η σχετική ανάθεση γίνεται ακόμη και εν αγνοία τους. 

Περαιτέρω, στις περιπτώσεις που “επείγει η νομική εκπροσώπηση του ανηλίκου σε ένδικη υπόθεση ή ακροαματική διαδικασία” προτείνεται ο εκάστοτε Εισαγγελέας Πρωτοδικών / Ανηλίκων να εξουσιοδοτεί τρίτο πρόσωπο – δικηγόρο για την σύννομη εκπροσώπηση του ανηλίκου. Έχει παρατηρηθεί, για παράδειγμα, ότι οι Εισαγγελικές Αρχές σπάνια αποδέχονται την σύνταξη συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου προς δικηγόρο για την εκπροσώπηση των ανηλίκων ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, όταν συζητείται αίτηση ακύρωσης κατά δευτεροβάθμιας απορριπτικής απόφασης ασύλου, αντίθετα με τα όσα προβλέπονται από τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ. και του Π.Δ. 19/1989.

Σύμφωνα με τα άρθρα 26 και 27 του ΠΔ18/1989, βάσει του οποίου εκδικάζονται οι ακυρωτικές υποθέσεις ενώπιον των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ορίζεται ότι για να είναι κατά νόμο παραδεκτή τόσο η κατάθεση της αίτησης ακύρωσης όσο και η παράσταση των πληρεξουσίων δικηγόρων κατά την συζήτηση αυτής απαιτείται η σύνταξη και προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου από τον ασκούντα την γονική μέριμνα του ασυνόδευτου ανηλίκου. Εν προκειμένω ο ασκών την γονική μέριμνα είναι ο Εισαγγελέας Ανηλίκων ή ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, σε όσες περιπτώσεις κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο ωφελούμενος δεν θα έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να νομιμοποιήσει το σχετικό δικόγραφο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο. Ωστόσο την πράξη οι Εισαγγελείς, οι οποίοι έχουν κατά νόμο την επιτροπεία του ασυνόδευτου ανηλίκου, δεν δέχονται να υπογράψουν το σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα να κινδυνεύουν οι εν λόγω αιτήσεις -κατά την συζήτησή τους – να απορριφθούν ως απαράδεκτες από τα Διοικητικά Πρωτοδικεία. Μία λύση στο συγκεκριμένο πρόβλημα θα μπορούσε να είναι ο άμεσος διορισμός επαγγελματία επιτρόπου στους ασυνόδευτους ανηλίκους που προσφεύγουν ενώπιον των Διοικητικών Πρωτοδικείων και η υπογραφή του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου από τον επίτροπο αυτόν. 

Φιλοξενία

Στο πεδίο της φιλοξενίας των ασυνόδευτων ανηλίκων, ενδεχομένως, θα πρέπει να ομαδοποιούνται οι τοποθετήσεις των παιδιών με βάση το αίτημα για διαμονή – διεθνή προστασία του κάθε παιδιού: η εμπειρία έχει δείξει ότι για την εύρυθμη λειτουργία της εκάστοτε Δομής και την καλύτερη πλαισίωση και υποστήριξη των αναγκών των παιδιών είναι ωφέλιμο οι φιλοξενούμενοι ανήλικοι να τοποθετούνται με κριτήριο το αίτημα για οικογενειακή επανένωση ή αίτημα για άσυλο στην Ελλάδα κοκ. Με τον τρόπο αυτό οργανώνεται καλύτερα από τους επαγγελματίες της παιδικής προστασίας το πλάνο δράσης τόσο συλλογικά όσο για κάθε παιδί ξεχωριστά.

Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στη σελίδα 16 “Οι επαγγελματίες που ασχολούνται με τις υποθέσεις ανηλίκων πρέπει να έχουν και να λαμβάνουν συνεχώς κατάλληλη κατάρτιση, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν επαρκώς  στις ανάγκες των ανηλίκων. Πρέπει επίσης να δεσμεύονται νομικά από έναν κώδικα δεοντολογίας». Αδιαμφισβήτητα η κατάρτιση των επαγγελματιών είναι προαπαιτούμενη και αναγκαία για την κατάλληλη και ορθή υποστήριξη των ανηλίκων. Ωστόσο, πρέπει να προβλεφθεί συγκεκριμένη διαδικασία κατάρτισης καθώς και το ειδικότερο περιεχόμενο αυτής με βάση τις ανάγκες και ιδαιτερότητες της κάθε ειδικότητας επαγγελματιών. Περαιτέρω, ορθά επισημαίνεται η αναγκαιότητα ενός κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος θα πρέπει να είναι ενιαίος και κοινός για όλους τους επαγγελματίες, εργαζόμενους και εθελοντές, ανεξαρτήτως του φορέα στον οποίο ο κάθε επαγγελματίας εργάζεται. Στη περίπτωση αυτή, είναι σημαντικό να αποσαφηνιστεί ο φορέας που θα αναλάβει τη σύνταξη του κώδικα αυτού. Σε περίπτωση που προκριθεί η ύπαρξη διαφορετικών κωδίκων δεοντολογίας ανά φορέα, κρίνουμε χρήσιμο τη θέσπιση ελάχιστων κριτηρίων και όρων που θα πρέπει να προβλέπουν οι κώδικες και την ανάθεση της επάρκειας και αποτελεσματικότητας τους σε συγκεκριμένη εποπτική αρχή. 

Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη 

Ορθά αναφέρεται στη σελίδα 17 του υπό διαβούλευση κειμένου ότι οι ανήλικοι έχουν πρόσβαση στο δημόσιο σύστημα υγείας. Παρόλα αυτά έχουν αναφερθεί αρκετές περιπτώσεις παιδιών, τα οποία αν και κατόρθωσαν με τη χρήση του Π.Α.Α.Υ.Π.Α. να πραγματοποιήσουν μεν τον εμβολιασμό τους κατά της COVID 19, δεν μπόρεσαν να εκδώσουν το πιστοποιητικό εμβολιασμού. Ως εκ τούτου αποκλείονται υφίστανται των περιορισμών που έχουν τεθεί με τις σχετικές νομοθετικές πράξεις και εκλαμβάνονται από την Διοίκηση ως ανεμβολίαστοι. 

Εκπαίδευση

Θεωρείται αναγκαία η έκδοση σαφών οδηγιών προς όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, ως προς τη σαφή και ρητή υποχρέωση της πολιτείας για καθολική εγγραφή των παιδιών σχολικής ηλικίας που ζουν στη χώρα, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση, καθ’ όλη τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς και για την διασφάλιση της πραγματικής και υποστηριζόμενης φοίτησής τους. Σημαντική θα ήταν επιπλέον η πρόβλεψη για διδασκαλία κατ’ οίκον ή σε δομή φιλοξενίας για τα παιδιά, τα οποία για λόγους ανωτέρας βίας αδυνατούν να συμμετάσχουν σε σχολική τάξη.. 

Έχει παρατηρηθεί έντονα το φαινόμενο της σχολικής διαρροής σε Γυμνάσια και Λύκεια του αστικού ιστού, με κυρίαρχο αίτιο την αδυναμία παρακολούθησης των μαθημάτων στην ελληνική γλώσσα. Οι υπάρχουσες Τάξεις Υποδοχής σε πολλά σχολεία καθυστερούν τη λειτουργία τους λόγω μη έγκαιρης πρόσληψης των αναπληρωτών που τις στελεχώνουν.

ΘΑ πρέπει να εκδοθεί οδηγός με καλές πρακτικές για τους εκπαιδευτικούς που στελεχώνουν τα γενικά τμήματα, καθώς και να διασφαλιστεί ότι θα λαμβάνουν την απαραίτητη επιμόρφωση σε θέματα που αφορούν στον προσφυγικό πληθυσμό (κοινωνικοπολιτισμικό υπόβαθρο, θέματα διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και εκπαίδευσης της ελληνικής ως ξένης γλώσσας κλπ.). Ο αρνητικός αντίκτυπος του παραπάνω ζητήματος επηρεάζει όχι μόνο στην αύξηση της σχολικής διαρροής, αλλά και γενικότερα στη μείωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. 

Προγραμματισμός για τη συστηματική ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των γονέων παιδιών σχολικής ηλικίας, ως προς το δικαίωμα στην εκπαίδευση και την αντίστοιχη υποχρέωση των ίδιων, σύμφωνα με τα ισχύοντα στην ελληνική έννομη τάξη. Συστηματικός προγραμματισμός δράσεων ευαισθητοποίησης των τοπικών κοινοτήτων, ώστε να κάμπτεται η επιφυλακτικότητα και να διευκολύνεται η ομαλή σχολική ένταξη των παιδιών.

Διοικητική κράτηση ασυνόδευτων ανηλίκων 

Με δεδομένη την σημαντικότατη εξέλιξη της κατάργησης του θεσμού της προστατευτικής φύλαξης και την αντικατάσταση της από τον Εθνικό Μηχανισμό Εντοπισμού και Προστασίας, αλλά και την κατάργηση των “ασφαλών ζωνών” προσωρινής φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων, παρατηρείται η προσωρινή “κράτηση” των παιδιών – μέχρι την τοποθέτησή τους σε κατάλληλη Δομή Φιλοξενίας- σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης (Κ.Υ.Τ.), ενώ προβλέπεται ήδη η τοποθέτηση – κράτησή τους σε συγκεκριμένες “κλειστές” Δομές στην ενδοχώρα. 

Η παρούσα κατάσταση θα πρέπει άμεσα να αντικατασταθεί από την τοποθέτηση, αμέσως μετά την ταυτοποίηση, σε Δομές Επείγουσας Φιλοξενίας στην ενδοχώρα.

Περαιτέρω, ακόμη και στις σπάνιες πλέον περιπτώσεις που, μετά την ταυτοποίηση, οι ανήλικοι παραμένουν σε αστυνομικά τμήματα μέχρι την τοποθέτηση σε δομή φιλοξενίας (θέση που και το Εθνικό Σχέδιο αναγνωρίζει ως κράτηση), προτείνουμε οι ανήλικοι να έχουν όλα τα δικαιώματα ένδικης προστασίας που διαθέτουν οι διοικητικά κρατούμενοι ενήλικες (όπως οι αντιρρήσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο με την Προεδρική Διαδικασία), ώστε να είναι δυνατή η άμεση εύρεση ασφαλούς εναλλακτικής λύσης στο ζήτημα της κράτησης. Θεωρούμε, επίσης, σημαντικό να μην μπορεί να παραταθεί το διάστημα των 25 ημερών για την ταυτοποίηση στα σημεία εισόδου. Για τον λόγο αυτόν είναι απαραίτητη η κατάργηση ως προς τους ασυνόδευτους ανηλίκους, της δυνατότητας παράτασης της πενθημέρου κράτησης στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης βάσει του άρ. 39 § 4 Ν. 4636/2019.

Σημαντικό, επιπρόσθετα, να αναφερθεί ότι σύμφωνα με τις σχετικές απορριπτικές αποφάσεις Β Βαθμού των Ανεξάρτητων Αρχών Προσφυγών διατάσσεται, μαζί με την ταχθείσα προθεσμία για οικειοθελή αναχώρηση από την χώρα, και η διακοπή της φιλοξενίας του ανηλίκου από την Δομή που έχει τοποθετηθεί με απόφαση της Ειδικής Γραμματείας για την Προστασία των Ασυνόδευτων Ανηλίκων και την σύμφωνη Διάταξη του Εισαγγελέα Ανηλίκων / Πρωτοδικών. Είναι αυτονόητο ότι η παραπάνω πρακτική πρέπει να παύσει και να προβλεφθεί νομοθετικά η συνέχιση της φιλοξενίας, τουλάχιστον μέχρι και την ενηλικίωση του παιδιού, του οποίου το αίτημα για διεθνή προστασία έχει απορριφθεί και σε δεύτερο βαθμό. Η παραπάνω πρακτική οδηγεί με βεβαιότητα τα συγκεκριμένα παιδιά εκ νέου σε καθεστώς διοικητικής κράτησης.

Προστατευτική φύλαξη

Αν και η λεγόμενη προστατευτική φύλαξη έχει νομοθετικά καταργηθεί, ήδη από τον Δεκέμβριο του 2020, υφίσταται ακόμα η – έστω ολιγοήμερη – κράτηση των παιδιών σε αστυνομικά τμήματα. Είναι απαραίτητο πάντοτε να εκλαμβάνεται η κράτηση ως μία κατάσταση, όπου οι ανήλικοι στερούνται  βασικών δικαιωμάτων τους και, ειδικά, αυτού της προσωπικής τους υγιεινής, της επικοινωνίας με την οικογένεια τους και της διασκέδασης – παιχνιδιού. Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι κανένα παιδί δεν θα κρατείται σε αυτές τις συνθήκες και ότι θα επισπευσθεί η δημιουργία ειδικών χώρων, όπου θα φιλοξενούνται οι ασυνόδευτοι ανήλικοι μέχρι την τοποθέτησή τους. Επίσης, θα πρέπει να παύσει η πρακτική της προσωρινής τοποθέτησης παιδιών μικρής ηλικίας σε νοσοκομεία, ελλείψει ειδικών Δομών.

Σκοπός 1: Διασφάλιση κατάλληλων και φιλικών προς το παιδί συνθηκών και διαδικασιών υποδοχής για όλους τους ασυνόδευτους ανηλίκους που βρίσκονται στην Ελλάδα

Στόχος 1: Βελτιστοποίηση των συνθηκών και διαδικασιών υποδοχής για ασυνόδευτους ανηλίκους κατά την παραμονή τους σε Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης

Δράση 1.1: Καθορισμός σαφών διαδικασιών σχετικά με τον προσδιορισμό και την καταγραφή ενός ατόμου ως ασυνόδευτου ή χωρισμένου ανήλικου 

Σύμφωνα με το υπό διαβούλευση σχέδιο, στο πλαίσιο της Εθνικής Στρατηγικής όλες οι δράσεις στοχεύουν να διασφαλίσουν πρώτα και κύρια “ότι οι ασυνόδευτοι ανήλικοι αντιμετωπίζονται ως ανήλικοι, ότι όλοι οι ανήλικοι είναι «ορατοί» (καταγραφή ενώπιον των αρμόδιων αρχών, έγγραφα ταυτοποίησης, εντός του συστήματος παιδικής προστασίας) και ότι κανένα παιδί δεν θα μείνει «πίσω»(ίση πρόσβαση στα δικαιώματα, μέτρα θετικής δράσης για τη διευκόλυνση της κοινωνικής ένταξης)”. 

Αναμφίβολα, όλες οι εγγυήσεις των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων εξαρτώνται από την προαναφερόμενη «ορατότητα», δηλαδή την τυπική αναγνώριση και καταχώρηση των ανηλίκων προσώπων ως τέτοιων. Και ενώ είναι αυτονόητο ότι η εθνική νομοθεσία θα όφειλε, ως εκ τούτου, να διευκολύνει την καταγραφή των στοιχείων εκείνων που επιβεβαιώνουν το γεγονός της ανηλικότητας, απαιτείται προσοχή σε σχέση με ισχύουσες σήμερα ρυθμίσεις, οι οποίες μόνον ως ασυμβίβαστες με το εν λόγω πνεύμα της Εθνικής Στρατηγικής μπορούν να θεωρηθούν. 

Επί παραδείγματι, σύμφωνα με το Άρθρο 79 Ν.4636/2019  (ΦΕΚ A’ 169/01.11.2019 ) “Στοιχεία Ταυτότητας των Αιτούντων: «1. Τα στοιχεία ταυτότητας των αιτούντων προκύπτουν από το διαβατήριό τους, το δελτίο ταυτότητας τους, εφόσον αναγράφεται σε αυτό η πλήρης ημερομηνία γέννησής τους, ή τη ληξιαρχική πράξη γέννησής τους εφόσον έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα. Με απόφαση του Διοικητή της Υπηρεσίας Ασύλου μπορεί να γίνεται δεκτή και άλλη κατηγορία εγγράφων.”

Όπως είναι φανερό – και διαπιστώθηκε στην πράξη επίσης – ο ως άνω περιοριστικός όρος περί αναγραφής της πλήρους ημερομηνίας γέννησης στην αλλοδαπή ταυτότητα, έχει ως αποτέλεσμα να μην γίνονται δεκτές από την Υπηρεσία Ασύλου, ούτε σε πρωτότυπη και νομίμως θεωρημένη μορφή, αλλοδαπές ταυτότητες, με τις οποίες επιδιώκεται η αλλαγή προσωπικών στοιχείων, όταν οι εν λόγω ταυτότητες δεν αναφέρουν ρητά την ημέρα και τον μήνα παρά μόνον το έτος γέννησης. 

Εδώ πλήττεται εμμέσως πλην σαφώς μια πολύ συχνή κατηγορία ταυτοποιητικού έγγραφου, ήτοι η αφγανική εθνική ταυτότητα (tazkira, τασκιρά), στην οποία κατά κανόνα αναγράφεται το έτος γέννησης και δύναται εμμέσως μόνον από την ημερομηνία έκδοσής της να υπολογιστούν η ημέρα και ο μήνας γέννησης. Με τον τρόπο αυτόν, όμως, ένας ανήλικος Αφγανός, του οποίου η ανηλικότητα για οποιονδήποτε λόγο δεν δηλώθηκε ή δεν δηλώθηκε ορθά στο πλαίσιο της καταγραφής του αιτήματος ασύλου, αποστερείται εν τοις πράγμασι από το δικαίωμα της εκ των υστέρων διόρθωσης των στοιχείων εκείνων που αποδεικνύουν το κρίσιμο για την απόδειξη της ανηλικότητας έτους γέννησης και επιτρέπουν, έστω βάσει υπολογισμών, την συναγωγή της συγκεκριμένης ημέρας και του μήνα γέννησης. 

Άλλωστε, δεν είναι άνευ ετέρου κατανοητός ο ίδιος ο νομοθετικός σκοπός που υπαγόρευσε την προαναφερόμενη τροποποίηση του προισχύσαντος άρθρου79 Ν.4636/2019 και επέφερε, κατά συνέπεια, την κατάργηση του μοναδικού τρόπου διόρθωσης των στοιχείων που αποδεικνύουν την ανηλικότητα Αφγανών υπηκόων μέσω της εθνικής ταυτότητάς τους. 

Μολονότι στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4825/2021 ως στόχος της τροποποίησης της παρ. 1 του άρθρου 79 Ν.4636/2019 αναφέρονται «τα φαινόμενα κατάχρησης της διαδικασίας ασύλου», καθώς επίσης και η αποτροπή των φαινομένων «αλλαγής της ημερομηνίας γέννησης με απώτερο σκοπό τη χρήση των ευνοϊκών διατάξεων που διέπουν την εξέταση αιτήσεων ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων», οι εν λόγω διατυπώσεις παραμένουν εξόχως ασαφείς και αφηρημένες. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπουν να εννοηθεί για ποιον λόγο η «αλλαγή της ημερομηνίας γέννησης» στα αντίστοιχα έγγραφα καθίσταται ευχερέστερη απ’ ότι σε ταυτότητες, στις οποίες αναγράφεται εξ αρχής η ημέρα και ο μήνας γέννησης. Από μία άποψη το πρόβλημα της δυσπιστίας, τελικά, απέναντι στις αφγανικές εθνικές ταυτότητες θα μπορούσε να διορθωθεί και να επιλύεται κατά περίπτωση με απόφαση του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου. Εντούτοις, ούτε και μια ερμηνεία αυτού του είδους θα ήταν ασφαλής ή ικανοποιητική. Διότι εν προκειμένω η ευχέρεια του Διευθυντή της Υπηρεσίας Ασύλου να κάνει δεκτή «άλλη κατηγορία» εγγράφου αφήνει ανοιχτό ένα περαιτέρω ερώτημα, ήτοι εάν μια ταυτότητα (όπως η tazkira – τασκιρά), στην οποία δεν αναγράφονται ρητά, αλλά συμπεραίνονται εμμέσως η ημέρα και ο μήνας γέννησης, αποτελεί μία συγκεκριμένη κατηγορία εγγράφου που διακρίνεται από άλλες κατηγορίες και μπορεί έτσι να υπαχθεί στην έννοια του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 79. 

Εν όψει όλων των παραπάνω, προβάλλει καθαρά η αναγκαιότητα αναθεώρησης του άρθρου 79 παρ. 1 Ν.4636/2019, έτσι ώστε το περιεχόμενό του να μην δύναται να οδηγεί ανήλικους σε αφάνεια, αλλά να τους διευκολύνει να γίνονται «ορατοί» σύμφωνα με τις αρχές που υποστηρίζονται  στο σχέδιο της Εθνικής Στρατηγικής για την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων.

Δράση 1.1.1. Εφαρμογή διαδικασίας για τον προσδιορισμό ενός ατόμου ως ανήλικου 

Η εφαρμογή της Κ.Υ.Α 9889/2020 (ΦΕΚ Β’ 3390/13-8-2020), η οποία ισχύει ήδη σχεδόν ενάμιση  έτος και συνιστά μία σημαντικότατη πρόοδο σχέση με τις δύο προϊσχύσασες, που ρύθμιζαν το ίδιο θέμα, δηλαδή την ΥΑ Υ1.Γ.Π. οικ.92490/2013 (ΦΕΚ Β’ 2745/29-10-2013) και την Κ.Υ.Α. 1982/2016 (ΦΕΚ Β’ 335/16-2-2016), ανέδειξε ορισμένα ζητήματα που χρήζουν βελτίωσης.

Αν και καταρχήν είναι θετική η εξαγγελία της αναμόρφωσης της, το γεγονός ότι “ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις πλαστών εγγράφων ή να πρόκειται για προϊόντα παράνομης δραστηριότητας (απάτης ή διαφθοράς)” δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί σε γενικευμένη άρνηση αποδοχής εγγράφων που δεν αναγράφουν ακριβή ημερομηνία γέννησης, όπως οι “τασκιρά” που εκδίδονται στο Αφγανιστάν. 

Συμφωνούμε και με τα πέντε σημεία που αναφέρονται στην 23η σελίδα του σχεδίου. Θεωρούμε σημαντικό το υπ’ αριθ. Πρωτ. 177217/9-8-2021 έγγραφο της πρώην Ε.Γ.Π.Α.Α., καθώς και με τις ερμηνευτικές κατευθύνσεις που υιοθετεί αναφορικά με την Κ.Υ.Α. 9889/2020. Επισημαίνουμε δε ότι συναντήσαμε προβλήματα κατά την εφαρμογή του 1ου και 2ου σταδίου με Δομές Υγείας, οι οποίες δήλωναν αναρμόδιες και μη εκπαιδευμένες κατάλληλα για τη διεξαγωγή του ηλικιακού προσδιορισμού και ότι η λύση του ιδιώτη γιατρού/ψυχολόγου/κοινωνικού λειτουργού ορθά προβλέπεται επικουρικά, αλλά θα μείνει χωρίς πρακτική χρησιμότητα, αν δεν υπάρχει αφενός σύστημα πιστοποίησης των ανωτέρω και αφετέρου προγράμματα που να χρηματοδοτούν τις αμοιβές τους. Επίσης έχουμε παρατηρήσει ότι ενίοτε στο πρώτο στάδιο έχουμε εξέταση ήβης και γεννητικών οργάνων, κάτι που πιθανότατα αντίκειται στο σεβασμό της αξιοπρέπειας του εξεταζόμενου. Τέλος, θεωρούμε απαραίτητο να υπάρξει σύστημα παροχής δωρεάν νομικής βοήθειας για τη σύνταξη προσφυγής κατά απόφασης προσδιορισμού ηλικίας, αν ο εξετασθείς το επιθυμεί, όπως ήδη υπάρχει για την προσφυγή κατά πρωτοβάθμιας απορριπτικής, καθώς υπάρχει η ίδια ratio που θεμελιώνει την αναγκαιότητα δωρεάν νομικής συνδρομής.

Δράση 1.1.2. Ανάπτυξη και καθιέρωση μιας πρότυπης διαδικασίας για την αναγνώριση ότι ένας ανήλικος είναι ασυνόδευτος ή χωρισμένος

Κατά τη διαδικασία έρευνας σχετικά με τον πιθανό εντοπισμό στην Ελλάδα μελών της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, ορθά επισημαίνεται ότι ιδιαίτερη μέριμνα θα πρέπει να επιδεικνύεται σε περιπτώσεις όπου ένας ανήλικος συνοδεύεται από ενήλικο που δεν μπορεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη σχέση του/της με τον ανήλικο, υπάρχει υποψία ότι ο ανήλικος είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων ή αναγκαστικού γάμου, ο ενήλικος δεν φαίνεται ικανός να ανταποκριθεί στις ανάγκες του ανηλίκου ή έχει διατυπωθεί η υποψία σχετικά με ενδεχομένως καταχρηστική συμπεριφορά προς τον ανήλικο ή ο ενήλικος συγγενής έχει αποβιώσει ενώ βρίσκεται στην ελληνική επικράτεια. 

Όσον αφορά την ειδικότερη περίπτωση της πιθανότητας ο ανήλικος να είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων κρίνεται απαραίτητη η τήρηση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς των προτυποποιημένων διαδικασιών που έχουν θεσπιστεί για την λειτουργία του Εθνικού Μηχανισμού Αναφοράς (ΕΜΑ) σχετικά με την προστασία των θυμάτων εμπορίας. Πιο συγκεκριμένα, η αναγνώριση ενδείξεων ότι έλαβε χώρα μία τουλάχιστον ενέργεια εμπορίας ανθρώπων σε βάρος ασυνόδευτου ανηλίκου θα πρέπει να γίνεται από καταρτισμένους επαγγελματίες και φορείς, σε περίπτωση δε που ο φορέας εντοπισμού δεν είναι εξειδικευμένος στην παροχή κοινωνικής υποστήριξης σε ευάλωτες ομάδες ή δεν μπορεί να αναλάβει την παρακολούθηση μίας περίπτωσης (π.χ. Κοινωνική Υπηρεσία Νοσοκομείου), θα πρέπει να παραπέμπει σε Φορέα Προστασίας μετά από προηγούμενη επικοινωνία με το ΕΚΚΑ με στόχο την εξασφάλιση ότι το θύμα δε θα «χαθεί» μεταξύ παραπομπών και ότι θα λάβει υπηρεσίες προστασίας μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η ιατροφαρμακευτική φροντίδα, η ψυχολογική υποστήριξη/ψυχοθεραπεία, η κοινωνική υποστήριξη και η νομική συμβουλευτική και εκπροσώπηση. 

Στόχος 2: Θέσπιση Μηχανισμού Επείγουσας Ανταπόκρισης για Ασυνόδευτους Ανήλικους σε Επισφαλείς Συνθήκες Διαβίωσης 

Δράση 2.1.1: Δημιουργία μηχανισμού εντοπισμού και παραπομπής

Προτείνεται η διαμόρφωση της πρότασης όπως παρακάτω:

Δωρεάν τηλεφωνική γραμμή 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, […]. Η τηλεφωνική γραμμή μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους ασυνόδευτους ανηλίκους, καθώς η επικοινωνία θα υποστηρίζεται με διερμηνεία (πχ. γλώσσες). 

Στόχος 3: Ενίσχυση της δυναμικότητας του συστήματος στέγασης της χώρας,

Δράση 3.1: Ανάπτυξη ενός εθνικού “οικο”-συστήματος φιλοξενίας για ασυνόδευτους ανηλίκους μέσω της καθιέρωσης ενός αποτελεσματικού συστήματος παραπομπών και του στρατηγικού σχεδιασμού τοποθετήσεων του

Ορθά, προβλέπεται η θεσμοθέτηση δομών φιλοξενίας για τους “νεαρούς ενηλίκους 18 έως 21 ετών που φεύγουν από το προηγούμενο πλαίσιο φροντίδας τους (ως πρώην Α.Α.), ωστόσο εξακολουθούν να χρειάζονται υποστήριξη για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της ενήλικης ζωής”. 

Πρέπει και σε αυτό το στάδιο να προβλεφθεί ρητά με ποιο ακριβώς νομικό καθεστώς θα διασφαλίζεται η νόμιμη διαμονή των ανωτέρω στην χώρα. Και εδώ η προτεινόμενη λύση θα ήταν η χορήγηση προσωρινού τίτλου διαμονής μέχρι την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής, με πλήρη δικαιώματα και πρόσβαση στην εργασία. 

Σκοπός 2: Διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων και του βέλτιστου συμφέροντος των ανηλίκων 

Στόχος 2: Εξασφάλιση εκπροσώπησης και επιτροπείας για κάθε ασυνόδευτο ανήλικο 

Στις σελίδες 41 και επόμενες προτείνονται οι τρόποι ορισμού των επιτρόπων “ώστε να διασφαλίζεται ότι ο επίτροπος, ο οποίος πρέπει να διαθέτει σχετικά προσόντα, υποστηρίζει τον ανήλικο σε όλα τα θέματα και τις διαδικασίες που τον αφορούν και τον επηρεάζουν … Είναι σημαντικό ότι ο επίτροπος πρέπει να διοριστεί αμέσως μόλις ένα άτομο ταυτοποιηθεί ως ασυνόδευτος ανήλικος από τις αρμόδιες αρχές πρώτης υποδοχής ή ανά πάσα στιγμή που εντοπίζεται ασυνόδευτος ανήλικος από τις κρατικές αρχές .. Οι επίτροποι στα διάφορα σημεία της χώρας, στις συνοριακές περιοχές συνόρων ή την ηπειρωτική χώρα εκτελούν το σύνολο των καθηκόντων τους, όπως θα προβλεφθεί με την αναμόρφωση του νομικού πλαισίου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ενδέχεται να αντικατασταθούν λόγω μετακίνησης του ανηλίκου ή ανεξάρτητα από τις συνθήκες φιλοξενίας του ανηλίκου”. 

Τα παραπάνω είναι απολύτως σύμφωνα με τις ανάγκες που έχουν προκύψει το τελευταίο χρονικό διάστημα. Ωστόσο είναι αναγκαίο να τονιστεί ότι έχουν παρατηρηθεί αρκετές περιπτώσεις που παρά τον ορισμό επιτρόπου δεν υπήρξε εκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου ή δεν υπήρξε κατάλληλη ενημέρωση – προετοιμασία για τα νόμιμα δικαιώματά του και δη για την σημασία του αιτήματος ασύλου και την διενέργεια προσωπικής συνέντευξης. 

Περαιτέρω έχουμε διαπιστώσει πολλές φορές την απουσία του διορισμένου επιτρόπου κατά την προσωπική συνέντευξη του ασυνόδευτου ανηλίκου, γεγονός που αντίκειται τόσο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του παιδιού όσο και στις υποχρεώσεις του Επιτρόπου. Τέλος, την τυπική παράσταση του Επιτρόπου, ειδικά κατά την διενέργεια της προσωπικής συνέντευξης, χωρίς προηγούμενη επικοινωνία και ενημέρωση του ανηλίκου για την διαδικασία και τις έννομες συνέπειες της.

Δράση 2.1.1: Δημιουργία μηχανισμού εντοπισμού και παραπομπή

Όπως επισημαίνεται, ο μηχανισμός Εντοπισμού και Παραπομπής θα συντονίζεται από την Ειδική Γραμματεία Προστασίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων θα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τηλεφωνική γραμμή 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα για την παραλαβή και επεξεργασία αιτημάτων για επείγουσα φιλοξενία και παροχή καθοδήγησης σε επαγγελματίες ή άλλους πολίτες σχετικά με το τι πρέπει να κάνουν όταν εντοπίζεται ασυνόδευτος ανήλικος χωρίς ασφαλή ή γνωστή διαμονή. Η τηλεφωνική γραμμή μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους ασυνόδευτους ανηλίκους, καθώς η επικοινωνία θα υποστηρίζεται με διερμηνεία. Κρίνεται απαραίτητο η συγκεκριμένη τηλεφωνική γραμμή να παρέχεται προς όλους χωρίς χρέωση, δεδομένου ότι σε αντίστοιχες τηλεφωνικές γραμμές κατά το παρελθόν, όπως η Εθνική Γραμμή Παιδικής Προστασίας “1107”, οι πολίτες και οι επαγγελματίες αδυνατούσαν να καλέσουν λόγω του κόστους και χρειάστηκαν παρεμβάσεις φορέων της κοινωνίας των πολιτών, μεταξύ αυτών και της ΑΡΣΙΣ, προκειμένου να επιτευχθεί η δωρεάν κλήση προς τη συγκεκριμένη γραμμή. Επίσης, είναι σημαντικό η συγκεκριμένη γραμμή να εξυπηρετεί το σύνολο των πιθανών γλωσσών με ανάλογη διερμηνεία, προκειμένου να μην αποκλείεται η πρόσβαση σε κανένα ασυνόδευτο παιδί.

Δράση 2.4: Διασφάλιση πρόσβασης των ανηλίκων σε δωρεάν νομική συνδρομή 

Ένα πρόσθετο πρόβλημα που ανακύπτει αναφορικά με το δικαίωμα των ανηλίκων για πρόσβαση στην δικαιοσύνη είναι το γεγονός ότι πολλές φορές καθίσταται δυσχερής η παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας κατά τις διατάξεις του Ν. 3226/04. Παρόλο που οι ασυνόδευτοι ανήλικοι πληρούν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για παροχή δωρεάν νομικής βοήθειας, οι τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 4686/20 και, συγκεκριμένα (για την παροχή νομικής βοήθειας σε διοικητικές υποθέσεις), το γεγονός ότι η αίτηση για την χορήγηση του παραπάνω ευεργετήματος δεν αναστέλλει την προθεσμία των 30 ημερών για την κατάθεση της αίτησης ακύρωσης, έχει ως αποτέλεσμα να συρρικνώνονται ακόμα περαιτέρω τα χρονικά περιθώρια για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος. Το παραπάνω οφείλεται στο ότι τα Διοικητικά Πρωτοδικεία συχνά αποφαίνονται για την χορήγηση της νομικής βοήθειας λίγες ημέρες προτού εκπνεύσει η προθεσμία αυτή των 30 ημερών. Επιπλέον συχνή είναι η άρνηση, ειδικά διορισμένων δικαστικών επιμελητών με την παραπάνω διαδικασία, να αποδεχτούν τον ορισμό τους με αποτέλεσμα να καθυστερεί πλέον του μήνα η συζήτηση της προσωρινής διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης της απορριπτικής απόφασης ενώπιον των Διοικητικών Πρωτοδικείων. Προτείνεται η χωρίς προϋποθέσεις (πχ εισοδηματικά κριτήρια και λοιπά απαιτούμενα έγγραφα) παροχή νομικής συνδρομής σε ασυνόδευτους ανηλίκους με απλή διαπίστωση από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Πρωτοδικείου / Εφετείου της ιδιότητας του αιτούντος ως ασυνόδευτου ανηλίκου, βάσει των εγγράφων της Ειδικής Γραμματείας ή του Εισαγγελέα Ανηλίκων / Πρωτοδικών.

Περαιτέρω, οι προβλέψεις του Ν. 4689/2020 σχετικά με την νομική συνδρομή σε ανηλίκους ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων δεν έχουν τύχει μέχρι και σήμερα εφαρμογής, τόσο σε προδικαστικό στάδιο όσο και στην επ΄ ακροατηρίου διαδικασία. Προτείνεται η άμεση εφαρμογή των σχετικών διατάξεων με την κατάρτιση του σχετικού καταλόγου από τους Δικηγορικούς Συλλόγους (ιδανικά θα ήταν επιθυμητό να υπάρχει ξεχωριστός κατάλογος για όσους δικηγόρους επιθυμούν να εκπροσωπήσουν ανηλίκους), την άμεση ενημέρωση των παιδιών από την αρχή της σε βάρος τους ποινικής διαδικασίας σχετικά με το δικαίωμα δωρεάν νομικής συνδρομής και την διευκόλυνση της μεταξύ δικηγόρου και παιδιού επικοινωνίας με υποχρεωτικό διορισμό διερμηνέα.

Στόχος 3: Ολοκληρωμένη ανταπόκριση στις ανάγκες φροντίδας της σωματικής και ψυχικής υγείας των ασυνόδευτων ανηλίκων.

Δράση 3.1: Προώθηση της δημιουργίας ιατρικών αρχείων για ασυνόδευτους ανηλίκους 

Για τα ασυνόδευτα παιδιά με αναπηρία: 

● Σε σχέση με την ολιστική θεραπευτική και εκπαιδευτική παρέμβαση, δεν υπάρχει δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης τους σε απαραίτητες θεραπείες – λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, φυσιοθεραπεία, θεραπευτική γυμναστική, ειδική αγωγή, πρώιμη παρέμβαση – οι οποίες θα συντελούσαν στην ανάπτυξη βασικών δεξιοτήτων σε κάθε αναπτυξιακό τομέα π.χ. γνωστικό, κινητικό, κιναισθητικό, συναισθηματικό. Έτσι, τα παιδιά στερούνται όλων αυτών των θεραπειών κι εκπαιδευτικών διαδικασιών που θα προήγαγαν τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

● Δεν υπάρχει πρόνοια για φαρμακευτική και υλική υποστήριξη, ώστε να διασφαλίζεται η σωματική/οργανική υγεία και η ποιοτική καθημερινότητα των ασυνόδευτων παιδιών με αναπηρία. Π.χ. ειδικές φαρμακευτικές αγωγές που κοστίζουν πολύ, ειδική διατροφή και συμπληρώματα βιταμινών, υποστηρικτικά μέσα κινητικής αυτονόμησης (προσαρμοσμένα – στη σωματική διάπλαση του κάθε παιδιού- αμαξίδια, ορθοστάτες, προθετικές παρεμβάσεις/νάρθηκες).

● Ανυπαρξία οικονομικής υποστήριξης και κατάλληλης καθοδήγησης στις περιπτώσεις που είναι αναγκαίες χειρουργικές επεμβάσεις. 

Συμπληρωματικά, οι εργαζόμενοι να πλαισιώνονται επαρκώς από δίκτυο ειδικών για τη σωστή ενημέρωση, συμβουλευτική υποστήριξη, ψυχολογική υποστήριξη κι εκπαίδευση τους, ώστε να ανταπεξέλθουν  στην καθημερινή φροντίδα των ασυνόδευτων παιδιών με αναπηρία. 

Στόχος 4: Παρακολούθηση της λειτουργίας και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών κάθε δομής φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων 

Δράση 4.1: Ανάπτυξη και θέσπιση προτύπων ποιότητας για όλες τις δομές φιλοξενίας ασυνόδευτων ανηλίκων

Να προστεθεί «Η συμμόρφωση του προσωπικού με τον κώδικα συμπεριφοράς όπως ορίζει η Εθνική Πολιτική Προστασίας Ανηλίκων»

Στόχος 5: Προώθηση προσέγγισης που βασίζεται στα δικαιώματα των παιδιών 

Δράση 5.1: Εισαγωγή ευρείας χρήσης της αξιολόγησης του βέλτιστου συμφέροντος 

Απαραίτητη η σε κάθε στάδιο έγγραφη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος και η αιτιολόγηση, ειδικά, των δυσμενών σε βάρος του ανηλίκου αποφάσεων στην βάση της παραπάνω αρχής. Η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος θα πρέπει να διενεργείται από εξειδικευμένο διεπιστημονικό προσωπικό, ανεξάρτητο από την αρμόδια να αποφασίζει Αρχή. Κάθε απόφαση που λαμβάνεται θα πρέπει ειδικώς να αιτιολογείται στην προηγούμενη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος. Η έλλειψη σχετικής έκθεσης αξιολόγησης να αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση πριν την έκδοση ατομικής διοικητικής πράξης σε βάρος του ανηλίκου επί ποινή απαραδέκτου. 

Πυλώνας 2: Αναζήτηση και υλοποίηση βιώσιμων λύσεων για κάθε ασυνόδευτο ανήλικο 

Υφιστάμενη κατάσταση

Ένας ασυνόδευτος πολίτης τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, ο οποίος εισήλθε στη χώρα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις, προκειμένου να αποκτήσει καθεστώς νόμιμης διαμονής στη χώρα θα πρέπει να εξεταστεί αν πληροί τις προϋποθέσεις για να λάβει καθεστώς διεθνούς προστασίας ή, διαφορετικά, ανθρωπιστική προστασία, οπότε είτε θα υποβάλει αίτηση για διεθνή προστασία είτε για άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους σύμφωνα με το άρθρο 19Α του Κώδικα Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης. Τα άτομα που δεν επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση διεθνούς προστασίας ή των οποίων το αίτημα απορρίπτεται οριστικά κατά τη διαδικασία των συνόρων ή τα οποία δεν ζητούν άλλο είδος προστασίας, παραπέμπονται για απέλαση, επιστροφή ή επανεισδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3907/2011, άρθρα 16 και επόμενα. Τυχόν επιστροφή των ασυνόδευτων ανηλίκων στη χώρα καταγωγής απαιτεί ειδικές εγγυήσεις (λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον τους και την αναζήτηση κατάλληλου οικογενειακού περιβάλλοντος ή άλλων υποδομών προστασίας στη χώρα καταγωγής τους), με αποτέλεσμα η διαδικασία να καθίσταται πρακτικά ανεφάρμοστη.”

Καταρχάς να σημειωθεί η ανεπιτυχής κατάργηση με τον Ν. 4686/2020 της δυνατότητας παραπομπής της αίτησης διεθνούς προστασίας στην Διοίκηση για την χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Η παραπάνω δυνατότητα ήταν θα μπορούσε να καλύψει σε μεγάλο βαθμό το νομικό κενό που δημιουργείται στις περιπτώσεις απόρριψης του αιτήματος διεθνούς προστασίας ασυνόδευτων ανηλίκων και μέχρι την ενηλικίωσή τους.

Περαιτέρω η βεβαίωση απομάκρυνσης που είναι δυνατόν να χορηγηθεί κατά τις διατάξεις του Ν.3907/2011, δεν είναι δυνατόν να καλύψει το συγκεκριμένο κενό, ενώ η ρητή πρόβλεψη του άρ. 2 του Ν. 4825/2022 (άδεια διαμονής για λόγους φιλευσπλαχνίας) δεν έχει μέχρι στιγμής εφαρμοστεί.

Προτείνεται η δυνατότητα χορήγησης άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς (ή άλλους νέους και ειδικότερους) λόγους σε όλους τους εντοπισμένους ανηλίκους τουλάχιστον μέχρι την ενηλικίωσή τους. Με τον τρόπο αυτόν θα αποσυνδεθεί το αίτημα για  λήψη νομιμοποιητικών εγγράφων με αυτό της χορήγησης διεθνούς προστασίας, όπου πολλές φορές δεν έχει βασιμότητα, και θα διασφαλιστεί μέσω νομιμοποιητικών εγγράφων η υποχρέωση της Πολιτείας για την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων.  

Αναφέρεται στο κείμενο “Σε περίπτωση θετικής απόφασης σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό, απονέμεται στον ανήλικο το καθεστώς του πρόσφυγα ή του δικαιούχου επικουρικής προστασίας που σημαίνει άδεια διαμονής για τρία (3) έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα τρία (3) έτη (όσον αφορά το καθεστώς του πρόσφυγα) ή για ένα έτος με δυνατότητα ανανέωσης για δύο (2) έτη (όσον αφορά το καθεστώς της επικουρικής προστασίας). Σε αντίθετη περίπτωση, ο ανήλικος μπορεί να υποβάλει αίτηση για άδεια διαμονής δύο (2) ετών για ανθρωπιστικούς λόγους, εφόσον βρίσκεται υπό τη φροντίδα μη κερδοσκοπικού ιδρύματος ή άλλης κλειστής δομής φιλοξενίας υπό την εποπτεία του αρμόδιου Υπουργείου, σύμφωνα με το άρθρο 19Α παρ. 2 περ. α) και δ) αντίστοιχα του ν. 4251/2014 (Α’ 80).” 

Η σχετική παραπομπή γίνεται στις διατάξεις του άρ 19Α § 2 του Ν. 4251/14, όπου ορίζεται: “2. Με απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης του τόπου διαμονής του ενδιαφερόμενου πολίτη τρίτης χώρας χορηγείται άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στις παρακάτω κατηγορίες πολιτών τρίτων χωρών: α. Ενήλικοι, ανίκανοι να επιμεληθούν των υποθέσεών τους εξαιτίας λόγων υγείας ή ανήλικοι που αποδεδειγμένα χρήζουν προστατευτικών μέτρων και φιλοξενούνται από ιδρύματα ή άλλα νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, εφόσον η επιστροφή τους σε ασφαλές περιβάλλον είναι αδύνατη. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις …. δ. Ανήλικοι φιλοξενούμενοι σε οικοτροφεία, που λειτουργούν υπό την εποπτεία των αρμόδιων Υπουργείων. Η διάρκεια της αρχικής άδειας διαμονής είναι διετής και μπορεί να ανανεώνεται κάθε φορά μέχρι δύο έτη εφόσον πληρούνται οι ίδιες προϋποθέσεις”.

Ωστόσο και σύμφωνα με την παράγραφο 7 “Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας διαμονής ανηλίκων ή ενηλίκων που αδυνατούν να επιληφθούν των υποθέσεών τους και φιλοξενούνται σε οποιοδήποτε ίδρυμα ή σε νομικά πρόσωπα κοινωφελούς σκοπού, υποβάλλονται από τον οριζόμενο εκπρόσωπο του ιδρύματος ή του νομικού προσώπου.»

Προτείνεται, προς αποφυγή προβλημάτων, τα οποία μπορεί να δημιουργηθούν με την αόριστη διατύπωση “ανήλικοι που αποδεδειγμένα χρήζουν προστατευτικών μέτρων”, να οριστεί σαφής άδεια διαμονής και να αντικατασταθεί η φράση “από τον οριζόμενο εκπρόσωπο του ιδρύματος ή του νομικού προσώπου” με την φράση “από τον Επίτροπο του παιδιού”.

Τονίζεται και σε αυτό το σημείο ότι σύμφωνα με τις σχετικές απορριπτικές αποφάσεις Β βαθμού των Ανεξάρτητων Αρχών Προσφυγών διατάσσεται, μαζί με την ταχθείσα προθεσμία για αναχώρηση από την χώρα, και η διακοπή της φιλοξενίας του ανηλίκου από την Δομή που έχει τοποθετηθεί. 

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να ορισθεί ρητά ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει οι αιτήσεις ασύλου ασυνόδευτων ανηλίκων να εξετάζονται με τη διαδικασία συνόρων ή την ταχύρρυθμη διαδικασία. 

Σκοπός 2: Εξασφάλιση νομικού καθεστώτος και κοινωνικής ένταξης για όλους τους ασυνόδευτους ανηλίκους των οποίων η διαμονή στην Ελλάδα είναι προς το βέλτιστο συμφέρον τους 

Στόχος 1: Εξασφάλιση αποτελεσματικής πρόσβασης σε διαδικασίες καθορισμού νομικού καθεστώτος 

Δράση 1.1: Δημιουργία καθεστώτος για τους ασυνόδευτους ανηλίκους, για τους οποίους κρίνεται ότι η επιστροφή δεν είναι προς το βέλτιστο συμφέρον τους και οι οποίοι δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του ανθρωπιστικού καθεστώτος, προκειμένου να υποβάλουν αίτηση και να αποκτήσουν το «καθεστώς ανοχής» για ανήλικους πολίτες τρίτων χωρών 

Όπως σε πολλά σημεία της παρούσας αναφέρθηκε, είναι αναγκαία η υπαγωγή της ευάλωτης ομάδας των ασυνόδευτων ανηλίκων σε μία από τις εξαιρετικές κατηγορίες αδειών διαμονής, που ήδη προβλέπονται στο Ν. 4251/2014, όπως αυτή της άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους. Ωστόσο φρονούμε ότι, ειδικά για τα ασυνόδευτα παιδιά, θα ήταν καλύτερο να θεσπιστεί το συντομότερο δυνατόν άδεια διαμονής για “ασυνόδευτους ανηλίκους”, η οποία θα έχει διάρκεια δύο ετών και θα ανανεώνεται μέχρι και την ενηλικίωσή τους. Με την θέσπιση ειδικής άδειας διαμονής για τα ασυνόδευτα παιδιά, θα αποφευχθεί η καθυστέρηση στην εξυπηρέτηση των αιτημάτων τους, η οποία είναι δεδομένη στην περίπτωση που θα υπαχθούν στην κατηγορία των αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, σύμφωνα και με τα ισχύοντα δεδομένα. 

Η ειδική αυτή άδεια διαμονής εκτιμάται ότι θα βοηθήσει στην ταχύτερη και πληρέστερη εξέταση των αιτημάτων παροχής διεθνούς προστασίας, καθώς πλέον δεν θα αποτελεί μονόδρομο για την νόμιμη διαμονή στην χώρα η υποβολή από την πλευρά των ασυνόδευτων ανηλίκων αιτήματος ασύλου. 

Πυλώνας 3: Πρόληψη και αποτελεσματική προστασία από κάθε μορφή βίας, εκμετάλλευσης και κακοποίησης 

Σκοπός 1: Δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου πρόληψης της βίας, της εκμετάλλευσης και της κακοποίησης των ανηλίκων 

Όπως ορθά αναφέρεται, αναφορικά με τα ασυνόδευτα ανήλικα θύματα βίας, υπάρχουν επιπλέον ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα μέτρα προστασίας που πρέπει να λαμβάνονται. Συγκεκριμένα, προβλέπονται ειδικές συνθήκες υποδοχής και συνδρομής για ανηλίκους που θεωρούνται θύματα κακοποίησης, εκμετάλλευση ή βασανιστηρίων. Ειδική πρόβλεψη ωστόσο θα πρέπει να υπάρξει και για τους ανηλίκους οι οποίοι είναι θύματα έμφυλης βίας, ανεξάρτητα από το αν τα αναφερόμενα σχετικά περιστατικά έλαβαν χώρα στη χώρα καταγωγής, ή στη διάρκεια του ταξιδιού μέχρι την άφιξη τους στην Ελλάδα ή εντός της χώρας μας. 

Περαιτέρω, όσον αφορά τους ανηλίκους που είναι θύματα εμπορίας ανθρώπων ο φορέας που εντοπίζει το ανήλικο θα πρέπει να ενημερώνει άμεσα και επαρκώς τον Εισαγγελέα Ανηλίκων, ο οποίος σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 4/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΦΕΚ Β 2556/25.6.2020) περί Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών: «Ενεργεί ως προσωρινός επίτροπος για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ασυνόδευτων ανηλίκων και ενεργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 49 «Προθεσμία περίσκεψης», όταν θύμα εμπορίας είναι ανήλικος και 50 παρ. 2 «Ενημέρωση θυμάτων και ειδική μέριμνα για ανήλικους» του ν. 4251/2014 «Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης και λοιπές διατάξεις». Ωστόσο, όπως παρατηρείται μέχρι σήμερα, πολλοί φορείς εντοπισμού παραλείπουν ή καθυστερούν να ενημερώσουν τον αρμόδια Εισαγγελέα Ανηλίκων αλλά και τον Εθνικό Μηχανισμό Αναφοράς, είτε διότι εκτιμούν ότι τα στοιχεία που έχουν στη διάθεση τους δεν είναι επαρκή είτε διότι δε γνωρίζουν οι ίδιοι την υποχρέωση αναφοράς των υπό διερεύνηση περιστατικών στις αρμόδιες ως άνω Αρχές.

Επιπρόσθετα, έχει παρατηρηθεί ότι οι κατά τόπον αρμόδιες Εισαγγελίες όταν παραλαμβάνουν αναφορές για πιθανές πράξεις εμπορίας σε βάρος ανηλίκων όχι μόνο δεν εφαρμόζουν τα όσα προβλέπονται στον νόμο ν. 4251/2014 αλλά δε διερευνούν καν τη βασιμότητα των αναφορών αυτών και των καταγγελλόμενων περιστατικών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 ια) του Ν. 4251/2014: “Ο χαρακτηρισμός «θύμα εμπορίας ανθρώπων» αποδίδεται με Πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τόσο αμέσως μετά την κίνηση της ποινικής δίωξης για έγκλημα που προβλέπεται στα άρθρα 323A, 339 Παράγραφοι 1 και 3, 342 παράγραφοι 1 και 2, 348 παράγραφος 2, 348Α, 348Β, 349 και 351Α του Π.Κ. όσο και πριν ασκηθεί ποινική δίωξη για κάποιο από αυτά τα αδικήματα”. Κρίνεται, ωστόσο, απαραίτητη η πρόβλεψη προσφυγής σε δεύτερο βαθμό κατά των απορριπτικών αποφάσεων των αρμόδιων Εισαγγελέων Πρωτοδικών, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις (ειδικά των ενήλικων πιθανών θυμάτων), οι αιτήσεις απορρίπτονται με ελλιπή αιτιολογία. 

Στόχος 2: Καθορισμός προτύπων για την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων

Προτείνεται η παρακάτω παράγραφος:

Για να διασφαλιστεί ένα επαρκές και ποιοτικό προστατευτικό πλαίσιο για τους ασυνόδευτους ανηλίκους πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένα πρότυπα. Κάθε φορέας ή υπηρεσία που συμμετέχει στη διαχείριση των ασυνόδευτων ανηλίκων πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένη πολιτική παιδικής προστασίας βάσει Διεθνών Πρότυπων κ Αρχών. Πρέπει, ακόμη, να δημιουργηθεί και να ακολουθείται κώδικας δεοντολογίας για τους επαγγελματίες που εργάζονται με ανηλίκους βασισμένος σε Διεθνή Πρότυπα. Οι επαγγελματίες να είναι επαρκώς εκπαιδευμένοι, ώστε να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά και γρήγορα σε περιστατικά βίας, κακοποίησης και εκμετάλλευσης ανηλίκων.

Δράση 2.1: Ανάπτυξη και εφαρμογή Πολιτικής Παιδικής Προστασίας σε κάθε κρατικό ή μη κρατικό φορέα που εμπλέκεται στην προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων

Κατά την εφαρμογή πολιτικής παιδικής προστασίας θα πρέπει οι εμπλεκόμενοι φορείς να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό τους, οι συνεργάτες και τα προγράμματά τους δεν βλάπτουν τα παιδιά και δεν τα εκθέτουν σε οποιασδήποτε μορφής κίνδυνο. Η ύπαρξη μιας πολιτικής προστασίας έχει προφανή θετικά αποτελέσματα στην προστασία των παιδιών, που έρχονται σε επαφή με τον οργανισμό ή/και τις δραστηριότητες του οργανισμού σε οποιαδήποτε μορφή.

Σε όλα τα προγράμματα με παιδιά πρέπει να εξασφαλίζεται ότι κάθε παιδί απολαμβάνει το πλεονέκτημα ενός προστατευτικού περιβάλλοντος, στο οποίο τηρούνται και υποστηρίζονται τα δικαιώματά τους. Θα πρέπει να ενημερώνονται σε τακτική βάση σχετικά με τους κανόνες και τα δικαιώματα τους, βάσει διεθνών πρακτικών και καλών πρακτικών.

Η Πολιτική Παιδικής Προστασίας έχει ως στόχο να ενεργήσει ως οδηγός για τη διαχείριση καθημερινών δραστηριοτήτων με παιδιά. Η ανάπτυξη ενός γραπτού κώδικα συμπεριφοράς ή δεοντολογίας, που θα ισχύει για οποιονδήποτε έχει επαφή με τα ευάλωτα άτομα (προσωπικό, συνεργάτες, εθελοντές, ασκούμενους, διαχειριστές, επισκέπτες), πρέπει να προσδιορίζει τις ευθύνες και τις μη επιτρεπτές συμπεριφορές προς τα παιδιά. Ο ισχύων κάθε φορά κώδικας δεοντολογίας πρέπει να υιοθετείται από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς πριν την επαφή τους με το αντικείμενο της παιδικής προστασίας. Ένας κώδικας δεοντολογίας είναι ένας σαφής και συνοπτικός οδηγός για το τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτή συμπεριφορά ή πρακτική για τους εργαζόμενους και τους συνεργάτες του οργανισμού σε σχέση με τα παιδιά. Το προσωπικό που εργάζεται με παιδιά πρέπει να ακολουθεί αυτόν τον κώδικα εντός και εκτός του χώρου εργασίας. Αυτό μπορεί συχνά να θεωρηθεί πρόκληση για το προσωπικό, αλλά είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι ο οργανισμός δημιουργεί ένα περιβάλλον που συμβάλλει στην ασφάλεια όλων των παιδιών. Στα πλαίσια αυτά  κάθε φορέας που εργάζεται με ασυνόδευτα παιδιά πρέπει να ορίζει Σύμβουλο για την Προστασία και Διασφάλιση Πολιτικής Προστασίας του Παιδιού.

Ελπίζουμε ότι όλα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα, τα οποία αποτελούν αντικείμενο συλλογικής διεπιστημονικής εργασίας των στελεχών της Άρσις – Κοινωνικής Οργάνωσης Υποστήριξης Νέων, θα συμβάλλουν στην βελτίωση του υπό διαβούλευση κειμένου και στην καλύτερη ανταπόκριση της Ελληνικής Πολιτείας στις ανάγκες και στα δικαιώματα των ασυνόδευτων παιδιών.

Θεσσαλονίκη, 31 Ιανουαρίου 2022

Το κείμενο με τις παρατηρήσεις μας εδώ

Η δημόσια διαβούλευση εδώ

el