Add Your Heading Text Here

Search
Close this search box.

ANAKOINΩΣΗ της ΑΡΣΙΣ – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων σχετικά με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) 40494/2022 – Προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας Μονάδων Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας (ΜοΠΠ) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα

to spiti ths ARSIS

Η ΑΡΣΙΣ – Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων ως οργάνωση της κοινωνίας των πολιτών που δραστηριοποιείται στο πεδίο της παιδικής προστασίας επί 30 συναπτά έτη, αναγνωρίζει τη συμβολή της πρόσφατης ΚΥΑ «Προδιαγραφές για την ίδρυση και λειτουργία Μονάδων Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας (ΜΜοΠ) από Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα» στην εισαγωγή θεσμικού/κανονιστικού πλαισίου που θα διέπει τις Μονάδες Παιδικής Προστασίας (ΜΜοΠ), ενώ παράλληλα υποδέχεται και στηρίζει κάθε προσπάθεια που λαμβάνει χώρα υπέρ του εκσυγχρονισμού του συστήματος παιδικής προστασίας στη χώρα μας.

Η εφαρμογή ενός πλαισίου για τη λειτουργία των ΜΜοΠ αποτελεί πάγιο και διαρκές αίτημα των οργανώσεων που δραστηριοποιούνται στην υποστήριξη παιδιών και οικογενειών, ωστόσο υπάρχουν σημεία τόσο στην εν λόγω ΚΥΑ, όσο και στη διαδικασία της διαβούλευσης τα οποία επιθυμούμε να επισημάνουμε δημόσια και ευελπιστούμε να ανοίξουν ένα διάλογο με τα κέντρα λήψης αποφάσεων.  

Το γεγονός ότι η συμμετοχή στη διαβούλευση περιορίστηκε για την πλειοψηφία των σχετικών φορέων αποκλειστικά  και μόνο στην ανάρτηση σχολίων, οδήγησε στην παντελή απουσία διαλόγου, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη σοβαρές ενστάσεις και συστάσεις, εκ μέρους οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που διαθέτουν ανάλογη τεχνογνωσία και μακρόχρονη εμπειρία στον τομέα της παιδικής προστασίας.  

Το γεγονός ότι η εν λόγω ΚΥΑ απευθύνεται στα ΝΠΙΔ και δεν συμπεριλαμβάνει τα ΝΠΔΔ δημιουργεί διαφορετικές ταχύτητες και διαφορετικά κανονιστικά πλαίσια, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει, μεταξύ άλλων, ομοιομορφία στην παροχή υπηρεσιών.  

Το γεγονός ότι η ΚΥΑ δεν συνοδεύεται από κονδύλια-χρηματοδοτήσεις  που να επαρκούν προκειμένου να υπάρξει η δυνατότητα της μεταρρύθμισης, αλλά και της ποιοτικής λειτουργίας, οδηγεί για μία ακόμη φορά τους φορείς στην αναζήτηση πόρων μέσα από την ιδιωτική πρωτοβουλία και τη φιλανθρωπία.  

Το γεγονός ότι συνεχίζεται ο διαχωρισμός των παιδιών προσφύγων από τα παιδιά «γενικού πληθυσμού» μας προβληματίζει ιδιαιτέρως καθώς δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα στην υποστήριξη των παιδιών. Η ΚΥΑ διέπει τη λειτουργία των ΜοΠΠ, όχι όμως και των Δομών Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων (ΔΦαα) που ακολουθούν ένα άλλο πλαίσιο λειτουργίας, που ορίζεται από το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου και είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη χρηματοδότησή τους.  

Το γεγονός ότι όλα τα παιδιά δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες στην αποκατάστασή τους, δημιουργεί ανισότητες και δεν διασφαλίζει το βέλτιστο συμφέρον τους. Οι ΜοΠΠ έχουν υποχρέωση να ευθυγραμμιστούν απόλυτα με τις διατάξεις του 4538/2018 για την προαγωγή του θεσμού της Αναδοχής και της Υιοθεσίας, εν αντιθέσει με τις ΔΦαα που μόλις πρόσφατα κατάφεραν να εγγράψουν τα παιδιά έως την ηλικία των 12ετών στην εθνική πλατφόρμα για την αναδοχή και την υιοθεσία.  

Το γεγονός ότι δεν λαμβάνεται καμία απολύτως μέριμνα για την χορήγηση νομιμοποιητικών εγγράφων στα παιδιά που προέρχονται από τρίτες χώρες έχει ως αποτέλεσμα να διασφαλίζεται μεν η “φιλοξενία” αυτών των παιδιών στις Μονάδες Παιδικής Προστασίας ή τις Δομές Φιλοξενίας Ασυνόδευτων Ανηλίκων, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί η νόμιμη διαμονή τους στην χώρα, επηρεάζοντας κάθε διαδικασία που τα αφορά, ειδικά δε τις προοπτικές αποκατάστασής τους. 

Το γεγονός ότι προβλέπονται ΜοΠΠ με δυναμικότητα έως και 30 παιδιά, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πρόταξη της αποϊδρυματοποίησης ως προτεραιότητας. Το ίδιο ισχύει με τη δυνατότητα δημιουργίας νέων δομών. Οι μόνες δομές που θα έπρεπε να λειτουργούν σε κάθε περιφερειακή ενότητα θα έπρεπε να αφορούν την επείγουσα και βραχύχρονη φιλοξενία.  

Το γεγονός ότι η ΚΥΑ επιτρέπει  την εισαγωγή βρεφών σε δομές, ενώ θα έπρεπε ρητά να το απαγορεύει, είναι ένα ακόμη σημείο εξαιρετικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών. Η ηλικιακή ομάδα 0-3 θα ήταν προτιμότερο, αν όχι επιτακτικό, να τοποθετείται άμεσα σε οικογένεια με τη μορφή της επείγουσας αναδοχής (πχ πρόγραμμα “πρώτη αγκαλιά”, κτλ), ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να δοθεί ο απαραίτητος χρόνος για να εισαχθεί η απαγόρευση εισαγωγής των βρεφών σε ιδρυματικούς χώρους, ως μέτρο στην εθνική πολιτική της χώρας για την παιδική προστασία, όπως συμβαίνει στην πλειοψηφία των ευρωπαϊκών κρατών που έχουν αποδεχθεί την επιστημονικά τεκμηριωμένη άποψη ότι οι συνέπειες της παραμονής των βρεφών σε ιδρυματικούς χώρους είναι τόσο αρνητικές και δημιουργούν δυσεπίλυτα προβλήματα που συνοδεύουν τα παιδιά ακόμη και στην ενηλικίωση.  

Το γεγονός  ότι δεν προβλέπονται ενοποιημένα εργαλεία για την καταγραφή, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση για όλους τους φορείς και όλες τις διαδικασίες που προβλέπει η ΚΥΑ δεν διασφαλίζει την ομοιομορφία  και την αντικειμενική διάσταση στην παροχή υπηρεσιών προς τα παιδιά.  

Το γεγονός ότι γίνεται μια απλή αναφορά στο δικαίωμα ενημέρωσης, συμμετοχής και έκφρασης της γνώμης των παιδιών δε διασφαλίζει τη «φωνή» τους, άλλως θα μπορούσε να διασφαλιστεί με την πρόβλεψη πιο συγκεκριμένων ενεργειών και να μην επαφίεται σε απόφαση του κάθε φορέα, για τον τρόπο διαχείρισης και υλοποίησης. Πολλοί διεθνείς οργανισμοί αλλά και οργανώσεις έχουν δημιουργήσει ολοκληρωμένα εργαλεία που αποδεδειγμένα προάγουν και διασφαλίζουν τη συμμετοχικότητα των ανηλίκων σε θέματα που τους αφορούν.  

Το γεγονός ότι δεν γίνεται καμία αναφορά σχετική με τη στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών, που θα επιφορτιστούν με τις διαδικασίες ελέγχου και αξιολόγησης, που εμφανίζονται  εδώ και χρόνια υποστελεχωμένες, θέτει σε αμφισβήτηση τη δυνατότητα εφαρμογής αρκετών εκ των διατάξεων της ΚΥΑ. Επίσης για να είναι σε θέση ένα σύστημα να επιτύχει τον στόχο της αποϊδρυματοποίησης, θα πρέπει να προχωρήσει σε ριζοσπαστικές αλλαγές τόσο σε θεσμικό, όσο και σε κανονιστικό πλαίσιο και φυσικά να εξασφαλίσει τους ανάλογους πόρους για να στηρίξει τις διαδικασίες.  

Τέλος επισημαίνουμε τη θέση μας ότι όλες οι δομές παιδικής προστασίας, που θα συνεχίσουν να υφίστανται, θα πρέπει να λειτουργούν για την άμεση, επείγουσα και βραχύχρονη φιλοξενία παιδιών και εφήβων και να κατέχουν την απαραίτητη τεχνογνωσία για την ταχύτερη ολοκλήρωση των απαραίτητων ενεργειών με σκοπό την αποκατάσταση του κάθε παιδιού. Αυτό προϋποθέτει σαφώς τον εκσυγχρονισμό των ήδη υφιστάμενων ΜοΠΠ, αλλά και την πολύ προσεκτική δημιουργία νέων δομών, ώστε να καλύπτουν πραγματικές ανάγκες.

el